Παρακλήσεις πρὸς τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο,

11/8/26

  

Φῶς καὶ Εὐωδία!


Κάποτε, πρὶν ἀπὸ πολλὰ χρόνια, ὅπως μοῦ διηγήθηκε κάποιος Εὐλαβὴς Ίερεύς, εἶχε ἀρρωστήσει βαρειὰ ἡ μιά του θυγατέρα, ἕντεκα περίπου ἐτῶν. Ξενύχτησε ὁ Παππούλης, Τελῶντας τὸ Μυστήριο τοῦ Ίεροῦ Εὐχελαίου καὶ διαβάζοντας τὶς Παρακλήσεις πρὸς τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο ἐναλλάξ: πότε τὴν Μικρὴ καὶ πότε τὴν Μεγάλη. Οἱ Παρακλήσεις δὲ ἐσυνοδεύονταν καὶ ἀπὸ πολλές-πολλὲς γονυκλισίες.

Ξημέρωνε Κυριακὴ καὶ ἔπρεπε νὰ πάη στὸ Ναό του, γιὰ νὰ Λειτουργήση. Ἄλλωστε, ἦταν μόνος. Σταύρωσε τὴν κορούλα του καὶ τὴν ἄφησε στὴν φροντίδα τῆς καλῆς του Πρεσβυτέρας. Πῆγε στὸν Ίερὸ Ναό, ἄρχισε τὸν Ὄρθρο καὶ τὴν Ίερὰ Προσκομιδὴ καὶ ὕστερα ἀπὸ μιὰ ὥρα περίπου εἶπε: «Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία..». Μετὰ τὸν Καθαγιασμὸ τῶν Τιμίων Δώρων, εἶπε τὴν ἐκφώνησι «Ἐξαιρέτως τῆς Παναγίας, Ἀχράντου..» καὶ τελείωσε, λέγοντας ἐν κλαυθμῷ:

– Παναγία μου, ἐπειδὴ ἔγινες Μάνα στὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ καὶ πόνεσες βαθύτατα ποὺ Τὸν ἔβλεπες πάνω στὸν Σταυρὸ νὰ ἀργοπεθαίνη Μαρτυρικά, πιστεύω ἀπόλυτα ὅτι μὲ ἀκοῦς. Εἶσαι ἐδῶ. Ναί, εἶσαι ἐδῶ καὶ μ᾿ ἀκοῦς. Εἶσαι Μάννα, Θεοτόκος καὶ Θεομήτωρ. Καὶ καταλαβαίνεις καὶ τὸν δικό μου πόνο. Σὲ παρακαλῶ, Σὲ ἱκετεύω, κάνε τὸ Θαῦμα σου στὸ παιδάκι μου.

Καὶ τότε συνέβη τὸ πιὸ παράξενο ποὺ ἐβίωσε ποτὲ ὡς Λειτουργὸς τοῦ Ὑψίστου. Ὁ μικρὸς Ίερὸς Ναὸς ἄρχισε νὰ πλημμυρίζη ἀπὸ ἕνα λευκότατο καὶ ὡραιότατο Φῶς, ποὺ σιγά-σιγὰ ἔγινε πιὸ λαμπερὸ καὶ ἀπὸ τὸν ἥλιο.

Συγχρόνως δὲ ὅλος ὁ Ναὸς γέμισε ἀπὸ μία ὑπερακατάληπτη Εὐωδία. Τὴν αἰσθάνθηκε ὅλο τὸ Έκκλησίασμα καὶ ἔνοιωσε νὰ ζαλίζεται καὶ νὰ μεθᾶ ἀπὸ τὴν Θεϊκὴ αὐτὴ Εὐωδία. 

Τὸ Θεῖο Φῶς δὲν τὸ ἀντελήφθησαν οἱ Έκκλησιαζόμενοι Χριστιανοί, ἔνοιωσαν ὅμως τὴν Εὐωδία μυριάδων ἀρωμάτων καὶ ρωτοῦσαν ἀπορημένοι ποῦ βρέθηκε τέτοιο Θυμίαμα.

Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ Ίερεύς, ἀπὸ τὴν ἔλλαμψι αὐτὴ τοῦ Θείου Φωτός, ἔπεσε στὰ γόνατα βουβὸς ἀπὸ τὴν κατάπληξι, τὸν Θαυμασμὸ καὶ τὸ δέος.

– Παναγία μου, σιγοψιθύρισε, εἶσαι ἐδῶ!! 

Σ᾿ εὐχαριστῶ!!  Σ᾿ εὐχαριστῶ!! 

-Σ᾿ εὐχαριστῶ!! Ναί, τὸ κοριτσάκι μου εἶναι καλά. Τὸ πιστεύω. 

Σ᾿ εὐχαριστῶ!!  Σ᾿ εὐχαριστῶ!!

Καὶ παρέμεινε ἐκεῖ γονατιστὸς καὶ δακρύβρεκτος ἀπὸ τὴν πολλή του εὐγνωμοσύνη.. Σιγά-σιγὰ συνῆλθε, νοιώθοντας συγχρόνως νὰ φεύγουν ἀπὸ τὴν καρδιά του οἱ βαρειὲς πλάκες τῆς στενοχώριας καὶ στὴν θέση τους νὰ παραμένουν ἡ βαθειὰ εὐγνωμοσύνη, ἡ εὐχαριστία, ἡ χαρά, ἡ Πίστις καὶ ἡ Ταπείνωσις.. Στὸ τέλος καταλήγοντας μοῦ εἶπε:

– Δὲν τὸ ἄξιζα, Πάτερ μου, διότι ἤμουν καὶ εἶμαι ἁμαρτωλός, ἀλλὰ ἡ Πίστις μας εἶναι ζωντανή, ἀληθινή. Ὁ Θεὸς ἀκούει, ὅπως ἀκούει καὶ ἀπαντᾶ καὶ ἡ Παναγία στὰ πονεμένα αἰτήματά μας! Δόξα στὸ Πανάγιο Ὄνομα τοῦ Κυρίου μας καὶ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου!!


 Πρωτοπρεσβυτέρου Στεφάνου Κ. Ἀναγνωστοπούλου, Οἱ Ἀναβαθμοὶ στὴν ἐν Χριστῷ Πορεία, σελ. 19-20, Πειραιὰς 2011.

Οἰκοδομὴ καὶ Παραμυθία, Ἀριθμ. 13 – Ἰούλιος 2019.


Μιχάλης Αντωνιάδης