Η Ζωοφιλία των Αγίων και η Αγιοφιλία των ζώων,

22/10/26

 

Ο σύγχρονος Γέρων Κούκσα (1875 – 1964) σήμερα εορτάζεται η μνήμη του,αφού έζησε κάποια χρόνια στο Άγιον Όρος, εγκατεστάθη στην Κριμαία. 


Όταν ξέσπασε η επανάστασι των Μπολσεβίκων, οι Μοναχοί της Κριμαίας και του Καυκάσου υπέστησαν βάναυσους διωγμούς.

Οι Στρατιώτες φόρτωσαν τον Γέροντα Κούκσα και άλλους Μοναχούς σ’ ένα ατμόπλοιο για να τους πάνε στην Ρωσία. Από εκεί τους εξώρισαν στην Σιβηρία, όπου εργάστηκαν για 25 χρόνια – όσοι, φυσικά, κατάφεραν να επιζήσουν, γιατί οι περισσότεροι δεν μπόρεσαν ν’ αντέξουν το κρύο και την πείνα, ειδικά όταν κατασκεύαζαν το κανάλι της Άσπρης Θάλασσας.  Όταν τελείωσε η κατασκευή, ο Γέρων Κούκσα και μια ομάδα φυλακισμένων οδηγήθηκαν στην Τάϊγκα (έρημος τόπος εκτάσεως εκατοντάδων μιλίων μόνο με χιόνι και πυκνά δέντρα στα βάθη της Σιβηρίας). Ήταν όλοι νηστικοί, πεινασμένοι, εξαθλιωμένοι. Γύρω τους μόνο πάγος και χιόνι. Τότε ο Γέρων Κούξα Προσευχήθηκε:

–Κύριε, Συ που τα βλέπεις όλα. Συ που έθρεψες τους Προφήτες Σου και δεν τους λησμόνησες. Εδώ οι δούλοι Σου πεινούν. Μην μας ξεχάσεις κι εμάς, Κύριε. Δώσε μας δύναμη στον αγώνα μας και αντοχή στο κρύο.  Μόλις τελείωσε την Προσευχή του, είδε να πετά επάνω από τα κεφάλια τους ένα κοράκι. Επάνω στα φτερά του είχε ένα καρβέλι ψωμί και κάτι σαν δέμα. Αφού έκανε ένα κύκλο επάνω από τον Γέροντα, χαμήλωσε και πέταξε στα γόνατά του το δέμα. Ο Γέρων το άνοιξε. Είχε μέσα ένα χοντρό λουκάνικο, πάνω από ένα κιλό. Ευχαρίστησε τον Κύριο και έτρεξε να μοιράσει το λουκάνικο και το ψωμί σε όλους.

Πέρασαν τρεις ημέρες. Οι κρατούμενοι συνέχισαν να εργάζονται στο χιόνι και στην παγωνιά. Ήταν εξαντλημένοι και πεινασμένοι. Τροφή τους ήταν μόνο ένα μικρό κομματάκι ψωμί, που τους έδιναν κάθε πρωί. Αν δεν τους ενίσχυε ο Θεός, κανείς δεν θα είχε επιβιώσει. «Ο Κύριος δεν ξεχνά τους αμαρτωλούς», σκεπτόταν ο Γέρων Κούκσα, όταν άκουσε έναν ελαφρύ θόρυβο. Σε κοντινή απόσταση από τους κρατουμένους, ένα αυτοκίνητο ξεφόρτωνε πιροσκί και τρόφιμα για τους εθελοντές. Τα πιροσκί προορίζονταν μάλλον για το βραδινό τους.

Ξαφνικά φάνηκαν στον ουρανό μερικά κοράκια και ώρμησαν επάνω στα τρόφιμα, αρπάζοντάς τα με τα γαμψά τους νύχια. Ένα απ’ αυτά πήγε και στάθηκε επάνω από το κεφάλι του Γέροντα. Κουβαλούσε δύο πίττες στο ένα του φτερό και τρεις στο άλλο. Τις άφησε όλες να πέσουν στα γόνατά του. Μερικοί Στρατιώτες πήγαν τρέχοντας να τις πάρουν πίσω. Ένας απ’ αυτούς, με το όπλο στο χέρι, πλησίασε τον Γέροντα.

-Πάρτες, του είπε πρόθυμος εκείνος. Δεν ζήτησα εγώ από το κοράκι να μου τις φέρει.

Ο Στρατιώτης έμεινε να τον κοιτάζει για κάμποση ώρα σαστισμένος και τελικά έφυγε. Προφανώς είχε εννοήσει την Μέριμνα του Θεού. Προς το τέλος της ημέρας ο Στρατιώτης πλησίασε ξανά τον Γέροντα ζητώντας του να κουβεντιάσουν.

-Δεν είσαι συνηθισμένος άνθρωπος, του είπε και βγάζοντας από την τσέπη του λίγο ψωμί και ψάρι τα έδωσε στο Γέροντα, παρακαλώντας τον να τα κρύψει, γιατί απαγορευόταν να μιλούν οι Στρατιώτες στους κρατουμένους.

Λίγες ώρες αργότερα ο Στρατιώτης αυτός πήγε τρέμοντας να βρει και πάλι τον Γέροντα.

-Πάτερ, έλαβα ένα τηλεγράφημα, Η κόρη μου πεθαίνει και το σπίτι μου είναι πολύ μακριά. Αεροπλάνα δεν υπάρχουν, του είπε κλαίγοντας.

Ο Γέρων Κούκσα τον Ευλόγησε και είπε:

-Πήγαινε παιδί μου, θα προλάβεις. Η κόρη σου θα ζήση, αν δώσεις Όρκο στον Θεό να διορθώσεις την ζωή σου και να γίνεις Χριστιανός.

Ο Στρατιώτης Γονάτισε μπροστά του και, Προσκυνώντας τον, υποσχέθηκε ότι θα κάνει αυτό που του υπέδειξε ο Γέροντας.

Λίγο καιρό αργότερα, επειδή ο Κύριος δεν λησμονεί τους δούλους Του, ο Γέρων Κούκσα αφέθηκε ελεύθερος και γύρισε στο Κίεβο.

Και εποίησεν Ηλιού κατά το ρήμα Κυρίου,

..και οι κόρακες έφερον αυτώ άρτους, το πρωί και κρέας το δείλης.

ΒΑΣΙΛΕΙΩΝ Γ, 17:5-6


Από το βιβλίο: Η Ζωοφιλία των Αγίων και η Αγιοφιλία των ζώων. Επιμέλεια, Σίμωνος Μοναχού. Εκδόσεις  «Ο Αγιος Στέφανος» ΑΘΗΝΑΙ 2006 Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη.


 Μιχάλης Αντωνιάδης