Σε ένα από αυτά τα σπήλαια του Αγίου Όρους ζούσε ο Γέροντας Αρσένιος, ένας άνθρωπος που είχε ξεχάσει τη γεύση του λαδιού και του κρασιού εδώ και δεκαετίες. Ήταν η Μεγάλη Εβδομάδα, και η πείνα του σώματος είχε γίνει ένας επίμονος σύντροφος.
Τη Μεγάλη Τετάρτη, ένας νεαρός Προσκυνητής, που κατάφερε να σκαρφαλώσει μέχρι εκεί με δυσκολία, του άφησε κρυφά στην είσοδο της σπηλιάς ένα μεγάλο, ώριμο πορτοκάλι.
Ο Γέροντας το βρήκε το απόγευμα, καθώς έβγαινε να μαζέψει λίγα χόρτα. Το πορτοκάλι έλαμπε σαν χρυσάφι μέσα στο γκρίζο των βράχων.
Η μυρωδιά του, ακόμα και μέσα από τη φλούδα, πλημμύρισε τον αέρα. Ο Γέροντας το πήρε στα χέρια του. Το στομάχι του διαμαρτυρήθηκε, και η σκέψη του ψιθύρισε: «Φάε το, είναι Ευλογία, θα σου δώσει δύναμη για την Αγρυπνία της Σταύρωσης».
Όμως ο Γέροντας χαμογέλασε πονηρά στον «πειρασμό». Κράτησε το πορτοκάλι, το κοίταξε με αγάπη και είπε:
«Ωραίο είσαι, κτίσμα του Θεού, αλλά πιο γλυκός είναι ο Χριστός που πεινάει πάνω στον Σταυρό.»
Αντί να το φάει, ο Γέροντας Αρσένιος αποφάσισε να κάνει κάτι άλλο. Περίμενε να νυχτώσει. Με το Κομποσκοίνι στο χέρι, περπάτησε το επικίνδυνο μονοπάτι μέχρι τη διπλανή καλύβη, όπου ζούσε ένας άλλος Ασκητής, ο Παπα-Νικόλας, που ήταν άρρωστος και κατάκοιτος. Άφησε το πορτοκάλι στο παραθύρι του αρρώστου και έφυγε αθόρυβα. Το επόμενο πρωί, ο Παπα-Νικόλας βρήκε το δώρο. Δάκρυσε από τη συγκίνηση, αλλά ούτε αυτός το έφαγε. Σκέφτηκε: «Ο Γέροντας Αρσένιος είναι πιο γέρος από μένα, αυτός το έχει ανάγκη».
Και το ξαναπήγε κρυφά πίσω.
Λένε πως εκείνο το πορτοκάλι έκανε τον γύρο των Καρουλίων για όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα. Πήγαινε από σπηλιά σε σπηλιά και από παράθυρο σε παράθυρο. Κανείς δεν το έφαγε, αλλά όλοι «χόρτασαν» από τη χαρά της προσφοράς.
Την Κυριακή του Πάσχα, μετά την Ανάσταση, οι Ασκητές συγκεντρώθηκαν για να φάνε μαζί. Στο κέντρο του τραπεζιού, το πορτοκάλι ήταν ακόμα εκεί, ανέπαφο και μυρωδάτο. Ο Γέροντας Αρσένιος το καθάρισε και έδωσε από μια μικρή φέτα στον καθένα.
«Αυτό το πορτοκάλι», είπε, «δεν είναι φρούτο. Είναι η απόδειξη πως η Σαρακοστή δεν είναι για να στερούμαστε το φαγητό, αλλά για να γεμίζουμε την καρδιά μας με τον αδελφό μας»..
Μιχάλης Αντωνιάδης

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου