Σε ένα παλιό, απόκρημνο Μοναστήρι, ζούσε ένας νεαρός Μοναχός, ο αδελφός Συμεών. Ο Συμεών είχε μια πολύ απλή Διακονία: ήταν υπεύθυνος να κρατά αναμμένα τα Καντήλια του Καθολικού.
Όμως, ο Συμεών είχε μια μεγάλη αγωνία. Έβλεπε τους άλλους Μοναχούς να Ψάλλουν υπέροχα, να Νηστεύουν αυστηρά ή να γράφουν Πνευματικά βιβλία.
«Κύριε,» έλεγε κάθε βράδυ, «εγώ δεν έχω κανένα Χάρισμα. Μόνο λάδι βάζω και φιτίλια αλλάζω. Είναι αυτό αρκετό για να Σε φτάσω»;
Ένα βράδυ, ένας βαρύς χειμώνας χτύπησε το Μοναστήρι. Ο αέρας έμπαινε από τις χαραμάδες των παλιών παραθύρων και έσβηνε τα Καντήλια το ένα μετά το άλλο. Ο Συμεών έτρεχε πανικόβλητος με το κερί του. Άναβε το ένα, έσβηνε το άλλο. Τα χέρια του είχαν παγώσει, τα γόνατά του έτρεμαν και η κούραση τον λύγιζε. Κάποια στιγμή, απελπισμένος, κάθισε στο πάτωμα και έκλαψε. «Δεν μπορώ άλλο, Κύριε. Απέτυχα ακόμα και σε αυτό το μικρό έργο. Το σπίτι Σου έμεινε στο σκοτάδι εξαιτίας μου». Τότε, μέσα στη βαθιά νύχτα, συνέβη κάτι παράδοξο. Ο Συμεών ένιωσε μια ζεστασιά να πλημμυρίζει τον χώρο, παρόλο που το κρύο έξω θέριζε. Σήκωσε τα μάτια του και είδε πως, αν και τα Καντήλια ήταν σβηστά, οι Εικόνες των Αγίων έφεγγαν από μόνες τους.
Μια φωνή, γαλήνια σαν το μέλι, ακούστηκε μέσα στη σιωπή του Ναού:
«Συμεών, παιδί μου, δεν σε ζήτησα για να μου δώσεις Φως. Εγώ είμαι το Φως. Σε ζήτησα για να μου δώσεις την πρόθεσή σου. Το Καντήλι που άναβες με τόσο κόπο κάθε μέρα, δεν Φώτιζε Εμένα. Φώτιζε το μονοπάτι της δικής σου υπομονής».. Συχνά νιώθουμε πως πρέπει να κάνουμε "πολλά" για να είμαστε Πνευματικοί ή σωστοί άνθρωποι, όμως ο Θεός δεν κοιτάζει το μέγεθος του έργου, αλλά το βάθος της διάθεσης.
Η αποτυχία μας είναι συχνά η θύρα από την οποία μπαίνει η Χάρη. Ακόμα και η πιο μικρή, Ταπεινή πράξη (όπως ένας καλός λόγος ή μια σκέψη πριν τον ύπνο) έχει αιώνια αξία.
(Iστορία εμπνευσμένη από την Παράδοση των Πατέρων της ερήμου)
Μιχάλης Αντωνιάδης

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου