«Η μέρα που έσβηνε η δόξα - Η Καθαρά Δευτέρα των Βυζαντινών»
Η Καθαρά Δευτέρα δεν ανέτελλε στην Κωνσταντινούπολη με ήχους πανηγυριού,
ανέτελλε με σιωπή.
Στα περίλαμπρα διαμερίσματα του Μεγάλου Παλατίου, εκεί όπου άλλοτε αντηχούσαν Ψαλμοί νίκης και θριαμβικές αναγγελίες, απλωνόταν τώρα μια ατμόσφαιρα Μοναστηριακή.
Ο Αυτοκράτορας, ο πορφυρογέννητος άρχων της οικουμένης, άφηνε για λίγο το σκήπτρο και τη χλαμύδα της δόξας, για να ενδυθεί το αόρατο ένδυμα της Μετανοίας. Η ημέρα αυτή δεν λεγόταν απλώς «Καθαρά».Ήταν πάνω από όλα Κάθαρση Πνευματική και σωματική.Ήταν αρχή μιας πορείας προς το μέγα Μυστήριο του Σταυρού και της Αναστάσεως.
Δεν επρόκειτο για μια τυπική έναρξη Νηστείας, αλλά για είσοδο σε άλλον τρόπο υπάρξεως.
Οι Πιστοί καλούνταν να εξομολογηθούν, να αποθέσουν τα βάρη της ψυχής και να προετοιμαστούν για τη Θεία Μετάληψη όχι ως συνήθεια, αλλά ως αδήριτη ανάγκη ζωής.
Τις τρεις πρώτες ημέρες της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, η Βασιλική τράπεζα σιωπούσε.
Δεν υπήρχαν συμποσιακοί ήχοι, ούτε εδέσματα.
Μόνον καρποί γης απλοί και ακαλλώπιστοι.
Ο Βασιλεύς και η αυλή Νήστευαν αυστηρά.
Ο Θρόνος, που στήριζε μια αυτοκρατορία, γινόταν σκαμνί Ταπεινώσεως. Την Τετάρτη, μέσα στο φως των κηρίων, τελούνταν η Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία.Εκεί, ο κοσμικός άρχων στεκόταν ως απλός Πιστός. Διότι ενώπιον της Θείας Κοινωνίας δεν υπάρχει πορφύρα παρά μόνον ψυχή. Η ημέρα έφερε και χαρακτήρα βαρύ πένθους. Ήταν η ανάμνηση της εξορίας του Αδάμ και της Εύα από τον Παράδεισο. Έτσι, η αρχή της Σαρακοστής γινόταν συνείδηση πτώσεως αλλά και αφύπνιση επιστροφής. Επίσης στην παράδοση μας διασώζεται ότι αυτές τις ημέρες όπως και στο Δωδεκαήμερο οι ψυχές κινούνται με ιδιαίτερη ελευθερία και αν κάποιος άφηνε τον κόσμο τότε, η ψυχή του θεωρείτο ότι εντάσσεται άμεσα στη χορεία των λοιπών ελευθέρων ψυχών.
Το ίδιο πνεύμα αυστηρότητας συνεχίστηκε και αργότερα, ακόμη και στα ανάκτορα των Ελλήνων βασιλέων στην νεότερη Ελλάδα, όπου η Νηστεία, η Εξομολόγηση και η συμμετοχή στη Λατρεία διατηρούσαν τη Βυζαντινή παρακαταθήκη ζωντανή, χαρακτηριστικό διατήρησης της ιστορικής συνέχειας του Ελληνισμού τουλάχιστον έως το πρόσφατο παρελθόν.
Σήμερα δυστυχώς η Καθαρά Δευτέρα μοιάζει να έχει μετακινηθεί από το βάθος στην επιφάνεια. Τα έθιμα παραμένουν αλλά συχνά χωρίς το εσωτερικό τους νόημα. Ο χαρταετός υψώνεται, αλλά η ψυχή μένει χαμηλά.
Η Νηστεία τηρείται, αλλά η καρδιά δεν Μετανοεί. Η ημέρα εορτάζεται, αλλά δεν βιώνεται και όμως, η αλήθεια της ημέρας δεν χάθηκε. Παραμένει υπόγεια, σιωπηλή, αναμένοντας. Διότι η Καθαρά Δευτέρα δεν είναι απλώς ένα έθιμο. Είναι μια πρόσκληση σε πορεία.
Πορεία από την πτώση προς την αποκατάσταση. Από την εξορία προς την επιστροφή. Από τον παλαιό άνθρωπο προς τον καινό. Η Νηστεία γίνεται βήμα. Η Μετάνοια γίνεται δρόμος. Η Προσευχή γίνεται ανάβαση και ο δρόμος αυτός οδηγεί στον Σταυρό αλλά δεν τελειώνει εκεί. Διότι από τον Σταυρό ανατέλλει η Ανάσταση. Και έτσι, ήδη από την πρώτη ημέρα της Σαρακοστής,
η Εκκλησία δεν καλεί τον άνθρωπο απλώς να θυμηθεί ότι έπεσε αλλά τον καλεί να ξεκινήσει τον δρόμο προς την Ανάσταση. Η Καθαρά Δευτέρα είναι η σιωπηλή αρχή μιας νίκης. Το πρώτο βήμα προς το άδειο Μνήμα. Εκεί όπου ο άνθρωπος, έχοντας αφήσει πίσω του τη ματαιότητα, συναντά όχι το τέλος αλλά την αιώνια Ζωή.
Μιχάλης Αντωνιάδης

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου