«Κάνε ό,τι θέλεις,εγώ ανήκω στον Θεό».
Ο Άγιος Βασίλειος απέναντι στην εξουσία κάθε εποχής.
η Εκκλησία δεν μας καλεί απλώς σε Ευχές ή συμβολισμούς,
Σήμερα, τρίτη ημέρα του νέου χρόνου και η Εκκλησία δεν μας καλεί απλώς σε Ευχές ή συμβολισμούς, αλλά μας θέτει μπροστά σε ένα πρόσωπο και σε μια στάση ζωής που δεν ξεθωριάζει,την υπέρτατη αλήθεια που δεν υποτάσσεται στον φόβο. Ο χρόνος που ανοίγεται μπροστά μας δεν είναι ουδέτερος αλλά χώρος Μαρτυρίας, όπου καλούμαστε να φανερώσουμε ξεκαθαρά σε ποιον ανήκουμε.
Ο Άγιος Βασίλειος δεν τιμάται μόνο για τη σοφία ή το φιλανθρωπικό του έργο, αλλά για την ακέραιη ελευθερία της συνείδησής του. Έζησε σε μια εποχή όπου η εξουσία δεν περιοριζόταν στη διοίκηση, αλλά επιδίωκε να καθορίσει και την Πίστη,ο Αυτοκράτορας Ουάλης, υποστηρικτής της αρειανικής διδασκαλίας, ήθελε οι Επίσκοποι να υποταχθούν στις αυτοκρατορικές επιταγές και να δεχτούν το αρειανικό δόγμα.
Ο Μόδεστος, ύπαρχος και υψηλόβαθμος αξιωματούχος του στην Ανατολή, εκπροσωπούσε την κοσμική εξουσία που ζητούσε την υποταγή και απειλούσε με δήμευση, εξορία, βασανιστήρια ή θάνατο.Μπροστά σε αυτόν τον εκπρόσωπο της εξουσίας, ο Βασίλειος στάθηκε όρθιος και αμετακίνητος, γιατί είχε ήδη παραδώσει τη ζωή του στον Θεό.
Όπως τότε η εξουσία απαιτούσε συμβιβασμό με την αλήθεια, έτσι και σήμερα εμφανίζεται ίσως με πιο «ήπιες» μορφές αλλά εξίσου η ακόμη πιο ύπουλες και επικίνδυνες σιωπή, περιθωριοποίηση, αλλοίωση νοημάτων ή φόβο μήπως θεωρηθούμε «ακραίοι». Η συνάντηση του Βασιλείου με τον Μόδεστο μας αποκαλύπτει ότι η αλήθεια δεν μετριέται με δύναμη ή επιρροή, αλλά με Πίστη που δεν έχει τίποτε να χάσει.Παραθέτω μέρος του συγκλονιστικού διάλογου που εξακολουθεί έως και σήμερα να είναι πιο επίκαιρος από ποτέ:
Μόδεστος: « Πως σκέφτηκες σύ, Βασίλειε – δεν τον ονόμασε Επίσκοπο– και τολμάς να αντιστέκεσαι ενάντια στην εξουσία και να φέρεσαι μόνος συ με τόση αυθάδεια;
Μ. Βασίλειος: Γιατί μου κάνεις τέτοια ερώτηση; Ποια είναι η απείθεια και η υπεροψία μου; Γιατί ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω.
Μόδεστος: Γιατί δεν ακολουθείς την Θρησκεία του αυτοκράτορα, ενώ όλοι πιά οι άλλοι υποτάχτηκαν και νικήθηκαν;
Μ. Βασίλειος: Δεν είναι αρεστά αυτό στο δικό μου Βασιλιά. Ούτε ανέχομαι να Προσκυνώ το Χριστό σαν κάποιο κτίσμα, όπως τον θεωρείτε σεις οι αιρετικοί, αφού εγώ είμαι κτίσμα του Θεού.
Μόδεστος: Και μάς πώς μάς θεωρείς; Δεν είμαστε τίποτε ημείς, που διατάζουμε αυτά; Πώς λοιπόν; Δεν θεωρείς μεγάλο και τιμητικό το να ταχθής με το μέρος μας και να έχης φίλους και συντρόφους;
Μ.Βασίλειος: Αναγνωρίζω και δεν αρνούμαι ότι σείς είσθε ύπαρχοι και επιφανείς, αλλά καθόλου ανώτεροι από το Θεό. Και θεωρώ σπουδαία τη φιλία σας, αλλά και ισάξια με τη φιλία των άλλων ανθρώπων που πιστεύουν. Γιατί δεν είναι επίσημος ο Χριστιανισμός από την αξία των προσώπων που ανήκουν σ΄ αυτόν, αλλά από την Πίστη.
Στο σημείο αυτό ο ύπαρχος ταράχθηκε. Άναψε από το θυμό του. Σηκώθηκε από την έδρα του και με λόγια ορμητικά είπε:
Μόδεστος: Πως λοιπόν δεν φοβάσαι την εξουσία;
Μ. Βασίλειος: Τι θα μου συμβή; Τι πρόκειται να πάθω;
Μόδεστος: Τι θα πάθης; Ένα από τα πολλά που έχω στην εξουσία μου.
Μ. Βασίλειος: Ποια είναι αυτά; Πες μου τα, για να ξέρω.
Μόδεστος: Δήμευση, εξορία, βασανιστήρια, θάνατος.
Μ. Βασίλειος: Απείλησε τίποτε άλλο, αν υπάρχη. Γιατί κανένα απ΄ αυτά που ανέφερες, δεν μπορεί να με θίξη και να με βλάψη.
Μόδεστος: Πως είναι δυνατόν και με ποίο τρόπο θα τα καταφέρης;
Μ. Βασίλειος: Γιατί δήμευση περιουσίας δεν μπορεί να πάθη εκείνος που δεν έχει τίποτα, εκτός αν πάρης τα τρίχινα αυτά φτωχά ρούχα και τα λίγα βιβλία, από τα οποία αποτελείται ολόκληρη η περιουσία μου. Εξορία δεν ξέρω αφού δεν είμαι πουθενά εγκατεστημένος και ούτε αυτή τη πόλη του κατοικώ τώρα, θεωρώ δική μου, αλλά θα έχω πατρίδα μου κάθε τόπο, στον οποίο θα με ρίξουν. Και μάλλον κάθε τόπο του Θεού, όπου εγώ είμαι ξένος και πάροικος. Τα βασανιστήρια πάλι τι μπορούν να κάνουν σε άνθρωπο που δεν έχει σώμα, εκτός αν λές βάσανο την πρώτη πληγή με την οποία θα πέσει το σώμα αυτό. Μόνο της πληγής αυτής είσαι κύριος. Και ο θάνατος θα είναι για μένα ευεργεσία, γιατί θα με στείλει γρηγορότερα στο Θεό, για τον οποίο ζω και πολιτεύομαι και χάρη του οποίου νεκρώθηκα και προς τον οποίο από καιρό τώρα σπεύδω.
Μόδεστος: Κανείς μέχρι σήμερα δε μίλησε με τέτοιο τρόπο και με τόση μεγάλη παρρησία σε μένα τον Ύπαρχο.
Μ. Βασίλειος: Ίσως δε συνάντησες ποτέ Επίσκοπο. Γιατί αν συναντούσες πραγματικό Ιεράρχη, που ν΄ αγωνίζεται για την ορθή Πίστη, με αυτό τον τρόπο θα σου απαντούσε. Ημείς Ύπαρχε, σε όλα τα άλλα ζητήματα είμαστε επιεικείς και ταπεινότεροι από κάθε άλλο άνθρωπο, γιατί τέτοια εντολή έχουμε από τον Κύριο. Και όχι μόνο σε τόση μεγάλη εξουσία, όπως η δική σου, αλλά ούτε στον τυχόντα άνθρωπο σηκώνουμε μάτια. Αλλά όπου πρόκειται για το Θεό και κινδυνεύει η Πίστη, σ΄ Αυτόν μόνο αποβλέπουμε. Φωτιά και ξίφος και θηρία και νύχια που κόβουν τις σάρκες είναι για μας αυτά περισσότερο ευχαρίστηση παρά εκφοβισμός και κατάπληξη. Γι΄ αυτό βρίζε, φοβέριζε, κάνε ό,τι θέλεις, χρησιμοποίησε την εξουσία σου. Ας ακούση την απάντηση αυτή και ο Βασιλιάς. Δεν θα υποτάξης, ούτε θα με πείσης να ταχθώ με το μέρος της αιρετικής ασέβειας, έστω και αν με απειλήσης με ακόμη τρομερότερα.
Μπροστά σε όλα αυτά που βιώνουμε λοιπόν σήμερα η απάντηση του Αγίου Βασιλείου παραμένει σαφής και καίρια.
«Κανένα από αυτά δεν με βλάπτει»
Όχι γιατί υποτιμά τον ανθρώπινο πόνο, αλλά γιατί έχει ήδη απαντήσει στο βαθύτερο ερώτημα σε ποιον ανήκει η ζωή του. Όποιος έχει παραδώσει τον εαυτό του στον Θεό, δεν μπορεί να εκβιαστεί από όσα είναι πρόσκαιρα. Κι όμως, ενώ έχουμε μπροστά μας αυτό το μέτρο ελευθερίας, στην εποχή μας έχουμε συνηθίσει να περιορίζουμε ακόμη και τις Ευχές μας σε ό,τι είναι ακίνδυνο και επιφανειακό. Λέμε μηχανικά «χρόνια πολλά» και «πάνω απ’ όλα υγεία», σαν να είναι ο σκοπός της ζωής η παράταση του βιολογικού χρόνου και όχι η προετοιμασία για την αιωνιότητα. Έτσι, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, ξεχνάμε εκείνο που ο Άγιος Βασίλειος θεώρησε αυτονόητο ότι ο άνθρωπος δεν ζει για να μη χάσει, αλλά για να σωθεί.
Ο Άγιος δεν Ευχήθηκε ασφάλεια ούτε άνεση. Έζησε με ελευθερία, γιατί δεν είχε τίποτε να προστατεύσει περισσότερο από την Πίστη του.
Γι’ αυτό και το παράδειγμά του μας καλεί να επανεξετάσουμε τι πραγματικά ζητούμε από τον Θεό. Η μεγαλύτερη Ευλογία δεν είναι να περάσει ο χρόνος ανώδυνα, αλλά να Μεταμορφωθεί σε χρόνο σωτηρίας,όχι να αποφύγουμε τον Σταυρό, αλλά να τον σηκώσουμε με επίγνωση και ελπίδα Αναστάσεως.
Αν, λοιπόν, θέλουμε να Ευχηθούμε κάτι αληθινά Χριστιανικό στην αρχή αυτού του χρόνου, ας το κάνουμε στο Πνεύμα του Αγίου Βασιλείου
να μας χαρίσει ο Θεός καρδιά Μετανοούσα, νου Φωτισμένο και παρρησία αληθείας να μην τον αρνηθούμε για χάρη της ησυχίας και όταν η Πίστη δοκιμάζεται, να μπορούμε κι εμείς να πούμε με ειρήνη:
«Κάνε ό,τι θέλεις, εγώ ανήκω στον Θεό».
Ο Μέγας Βασίλειος εναποθέτει στην Ιερή Τράπεζα την ακολουθία της Θείας Λειτουργίας που είχε συγγράψει. Η Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου τελείται δέκα φορές τον χρόνο και πυρήνα της έχει την Ευχή της Αναφοράς.
Μιχάλης Αντωνιάδης






